ακράτεια


ακράτεια
η
1. το να μην μπορεί κανείς να περιορίσει τα πάθη του: Η ακράτεια αυτή τον ζημίωσε πολύ στη ζωή του.
2. (ιατρ.), ακράτεια ούρων, το να αποβάλλονται τα ούρα χωρίς τη θέλησή μας.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀκρατείᾳ — ἀκρατείᾱͅ , ἀκράτεια want of power fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκράτεια — want of power fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακράτεια — Ιατρικός όρος που σημαίνει την ακούσια απώλεια ούρων ή κοπράνων. Είναι συνήθως νευρογενής και εμφανίζεται, συχνά, στην παιδική ηλικία. * * * η (Α ἀκράτεια) αδυναμία αυτοσυγκράτησης, έλλειψη αυτοκυριαρχίας, εγκράτειας νεοελλ. φρ. «ακράτεια… …   Dictionary of Greek

  • ακράτεια — [акратиа] ουσ. Θ. неумеренность, несдержанность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀκρατείας — ἀκρατείᾱς , ἀκράτεια want of power fem acc pl ἀκρατείᾱς , ἀκράτεια want of power fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκράτειαι — ἀκράτεια want of power fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκράτειαν — ἀκράτεια want of power fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουρακράτεια — η ιατρ. ακράτεια ούρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ούρα + ακράτεια] …   Dictionary of Greek

  • ἀκρατίας — ἀκρατίᾱς , ἀκράτεια want of power fem acc pl ἀκρατίᾱς , ἀκράτεια want of power fem gen sg (attic doric aeolic) ἀκρατίᾱς , ἀκρατία absence of mixture fem acc pl ἀκρατίᾱς , ἀκρατία absence of mixture fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Acracia — ► sustantivo femenino 1 POLÍTICA Doctrina que niega la necesidad de un poder o de una autoridad. SINÓNIMO anarquismo 2 POLÍTICA Estado social caracterizado por la ausencia de autoridad o estructura de poder. SINÓNIMO anarquía * * * acracia (del… …   Enciclopedia Universal